Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Για την ευζωία μας: αποανάπτυξη-τοπικοποίηση του αγροδιατροφικού τομέα

1.       Ανθρώπινη διατροφή
Είναι σήμερα κατανοητό ότι τα ανθρώπινα σώματα χρειάζονται ενέργεια για την ανάπτυξη και συντήρησή τους. Αλλά όχι μόνο. Oι διατροφολόγοι λένε ότι εκτός από ενέργεια χρειάζονται και «λάδωμα» για τις διάφορες λειτουργίες τους (χρειάζονται π.χ. ουσίες που δρουν σαν μεσάζοντες σε διάφορους μεταβολικούς κύκλους και διαδρομές), καθώς και διάφορα «δομικά υλικά» για να «κτίζουν» ή να «ανακαινίζουν» τη σάρκα. Όλα αυτά εξασφαλίζονται από τη κατανάλωση της τροφής[1], από τα συστατικά που την απαρτίζουν.
Τα απαραίτητα συστατικά της τροφής είναι: υδατάνθρακες, λίπη, πρωτεΐνες-τα λεγόμενα «μακροθρεπτικά» συστατικά- και επίσης μέταλλα, βιταμίνες, ανόργανα στοιχεία-τα λεγόμενα «μικροθρεπτικά» συστατικά. Οι άνθρωποι χρειάζονται κατά Μ.Ο. περίπου 2700 θερμίδες[2], σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων. Το διατροφικό μοντέλο των πλουσίων δυτικών περιέχει πολύ κρέας, άρα πολλά λίπη. Συνήθως εξασφαλίζουν το 40% των θερμίδων τους από το λίπος. Τα πολλά λίπη όμως επιφυλάσσουν όχι μόνο μεγάλο βάρος, αλλά και πολλά είδη καρκίνων και καρδιακά νοσήματα (στεφανιαία κυρίως). Η ιδανική δίαιτα θα ήταν αν εξασφαλίζαμε γύρω στο 20% των θερμίδων από λίπη[3]
Οι πρωτεΐνες είναι –μαζί με το νερό-κύριο συστατικό του σώματος (στους μυς, στις μεμβράνες, ερυθρά αιμοσφαίρια, αντισώματα, ορμόνες, ένζυμα κ.λπ). Παλιότερα στη Δύση-Βορρά κυριαρχούσε η άποψη ότι χρειαζόμαστε καθημερινά μεγάλες ποσότητες ζωικών πρωτεϊνών για να είμαστε υγιείς (δίαιτα με 12-15% πρωτεϊνη). Σήμερα μελέτες δείχνουν ότι το καλύτερο είναι μια δίαιτα με λιγότερο από 5% πρωτεϊνη[4] και αντιλαμβανόμαστε ότι οι άνθρωποι μπορούν να πάρουν την απαραίτητη για αυτούς πρωτεϊνη από τα δημητριακά και τα όσπρια, πράγμα που έκαναν μέχρι τώρα μόνο οι χορτοφάγοι (αποδεδειγμένα πιο υγιείς σε σχέση με τους ευτραφείς υπέρβαρους αυτού του κόσμου). Φυσικά τα ζωικά προϊόντα μας εξασφαλίζουν και κάποια απαραίτητα συστατικά όπως τα βασικά μέταλλα ασβέστιο και ψευδάργυρο, που δεν υπάρχουν σε ικανές ποσότητες στα φυτικά αντίστοιχα. Δεν θα πρέπει να τα διαγράψουμε εντελώς από τη καθημερινή μας δίαιτα, αλλά δεν χρειάζεται να στηρίζουμε τη δίαιτά μας κύρια στα ζωικά προϊόντα.
Αυτό θα έχει επιπτώσεις για τη μελλοντική «φωτισμένη» γεωργία: θα πρέπει να σταματήσει η σημερινή επιμονή στην εντατική κτηνοτροφία και η μεγάλη ζήτηση για τα προϊόντα της, ώστε να είναι δυνατόν να διατρέφεται ο παγκόσμιος πληθυσμός πλουσιοπάροχα με σιτηρά και όσπρια. Τα ζώα να είναι ενταγμένα με ισορροπία σε ολοκληρωμένα αγροκτήματα και τα ζωικά προϊόντα να είναι συμπληρωματικά στην ανθρώπινη διατροφή.   Από την άλλη θα χρειασθεί να επανέλθει στην πραχτική των αγροτικών κοινοτήτων η καλλιέργεια των ντόπιων εγκλιματισμένων ποικιλιών, που δεν χρειάζονται πολλές εξωτερικές εισροές και αντέχουν καλύτερα στις ντόπιες συνθήκες κλίματος και εδάφους, καθώς αντίστοιχα  και η εκτροφή των ντόπιων ρατσών ζώων και πουλερικών[5].
Σε παγκόσμιο επίπεδο: η υπάρχουσα παραγωγή τροφίμων μπορεί να θρέψει με τροφή 2700 θερμίδων ημερησίως, 12 δισεκατομ. ανθρώπους. Δεν θα έπρεπε να πεινάει κανείς, δεδομένου ότι είμαστε προς το παρόν περίπου 7 δις. Όμως 40 εκατομ. πεθαίνουν από πείνα κάθε χρόνο και κάπου 850 εκατομ. υποφέρουν από υποσιτισμό, εκ των οποίων το 34% (Αφρικανοί) ζουν με κάτω από 300 θερμίδες την ημέρα. Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι της παραγωγής, που θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε, αλλά της διανομής της τροφής[6] και του εισοδήματος (φτώχεια) και άρα κοινωνικοπολιτικό και παίρνει διαφορετική μορφή, ανάλογα με τη χώρα και την περιοχή.
Όταν τρώμε τη τροφή μας, στην ουσία τρώμε φυτικούς και ζωικούς ιστούς με όμορφες δομές στις οποίες έχει αποθηκευτεί χημική ενέργεια. Η βάση αυτών των δομών είναι η γλυκόζη-μια όμορφη τρισδιάστατη κρυστάλλινη μορφή-  που δημιουργείται από το διοξείδιο του άνθρακα και το νερό μέσω της φωτοσύνθεσης στα φυτά και παροχής ενέργειας από τον ήλιο. Στην ουσία η χημική ενέργεια που παίρνουμε από τη τροφή είναι ηλιακή ενέργεια που έχει μετατραπεί.
2.       Ανθρώπινο γάλα-Ζωϊκό γάλα
Η αποτυχία του θηλασμού στην Ελλάδα είναι σύμπτωμα κοινωνικής παθολογίας, με κοινωνικές, πολιτισμικές, πολιτικές – και, φυσικά, οικονομικές αιτίες. Πόσο κοστίζει η διατροφή ενός βρέφους με τεχνητό γάλα; Το μηνιαίο κόστος μπορεί να φτάσει τα 300 ευρώ ανά βρέφος, για τουλάχιστον 12 μήνες. Είναι δυνατόν; Ενώ 90% των εγκύων δηλώνει ότι επιθυμεί να θηλάσει, μόλις το 8-10% το καταφέρνει ως τον 4ο μήνα ζωής του βρέφους (ο ΠΟΥ συστήνει ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ διατροφή με μητρικό γάλα για τους πρώτους 6 μήνες) ενώ η πλειονότητα θηλάζει μόνο για ένα μήνα.
Το μητρικό γάλα έχει προσαρμοστεί στις ανθρώπινες ανάγκες μέσα από χιλιάδες χρόνια εξέλιξης. Η αγελάδα δεν είναι άνθρωπος. Το νεογέννητο μοσχάρι είναι σχετικά ώριμος οργανισμός. Διαθέτει σχετικά ώριμους νεφρούς, στομάχι και συκώτι, γι’ αυτό και το αγελαδινό γάλα έχει πολύ αλάτι και μεγάλο υπόλειμμα. Χρειάζεται να αναπτύξει γρήγορα τους μυς του, γι’ αυτό το αγελαδινό γάλα έχει πάρα πολλές πρωτεΐνες. Χρειάζεται να κοιμάται πολύ ώστε να μπορεί η μητέρα του να τρώει χορταράκι όλη μέρα χωρίς παρεμπόδιση. Γι’ αυτό το αγελαδινό γάλα έχει μεταξύ άλλων πολλή καζεΐνη ώστε να φέρνει πλήρωση, νωθρότητα και ύπνο… Τι συμβαίνει με τα μικρά των ανθρώπων; Πρόκειται για τα πιο «ανώριμα» νεογέννητα στη φύση. Η επίδραση του περιβάλλοντος σε αυτήν τη διαδικασία είναι μεγάλη και κρίσιμη. Ο εγκέφαλος στα πρώτα χρόνια της ζωής αναπτύσσεται ραγδαία, τριπλασιάζεται σε όγκο και μορφοποιείται υπό την επίδραση των πλούσιων ερεθισμάτων του περιβάλλοντος (νευρικές διασυνδέσεις κυττάρων, μυελινοποίηση, κτλ.) Το ανθρώπινο γάλα είναι το πιο γλυκό από οποιοδήποτε άλλο γάλα θηλαστικού, περιέχοντας πολλή λακτόζη, το απαραίτητο καύσιμο για τον εγκέφαλο των βρεφών μας. Τεράστια ποσά ωφέλιμων λιπαρών και χοληστερίνης συγκριτικά με το αγελαδινό γάλα δίνουν ώθηση στην ανάπτυξη. Το γάλα της μαμάς πρέπει να είναι φιλικό για τα ανώριμα όργανα του μωρού, το έντερο, το συκώτι, τους νεφρούς του. Δεν περιέχει πλεόνασμα ουσιών, και ότι περιέχει χρησιμοποιείται στο έπακρο χωρίς να προκύπτουν ‘σκουπίδια’ στον οργανισμό του μωρού. Το μητρικό γάλα πρέπει να μη φέρνει υπερβολικό ύπνο στο μωρό, ώστε να μπορέσει να δεθεί με τη μητέρα του και να εξερευνήσει γρήγορα τον κόσμο γύρω του.
Η κατανάλωση επεξεργασμένου γάλακτος, στη Δύση-Βορρά κυρίως, είναι αυξητική. Από έρευνες (π.χ για το 2010) προκύπτει ότι από τα 20 δις δολάρια που είναι ο τζίρος για βρεφικές τροφές, τα 2/3 προέρχονται από βρεφικά γάλατα. Η Ευρώπη είναι η μεγαλύτερη αγορά παγκοσμίως με πωλήσεις πάνω από 2 δις ετησίως (www.strategyr.com/Baby_Foods_and_Infant_Formula_Market_Report.asp).
Οι προσδοκίες του κλάδου είναι να ξεπεράσουν τα 80 δις το χρόνο. Τα περιθώρια αύξησης κερδών είναι μεγάλα, και προσπαθούν με συστηματική προπαγάνδα να απομακρύνουν τις γυναίκες από το θηλασμό. Στην προσπάθειά τους αυτή βρίσκουν ως σημαντικό σύμμαχο τους γιατρούς, τα νοσοκομεία και τα συστήματα υγείας.
Η εξάρτηση των βρεφών από το επεξεργασμένο γάλα αγελάδας έχει και οικολογικές επιπτώσεις:
Πέρα από τα θέματα υγείας, ενώ το μητρικό γάλα είναι μια «ανανεώσιμη πηγή ενέργειας», τα όλο και περισσότερα κουτιά τεχνητού γάλακτος που καταναλώνονται σημαίνουν περισσότερη αποψίλωση των δασών, διάβρωση των εδαφών, ρύπανση από διοξίνες και άλλες τοξίνες, κλιματικές αλλαγές και σπατάλη πόρων. Για κάθε κουτί γάλακτος σε σκόνη που παράγεται, καταναλώνεται ενέργεια στη διαδικασία της επεξεργασίας και της παραγωγής, διανύονται χιλιάδες χιλιόμετρα για τη διεθνή μεταφορά τους, καταναλώνεται ενέργεια και νερό στο σπίτι για το καθάρισμα των συσκευών και την προετοιμασία του μπουκαλιού και παράγονται σκουπίδια από μέταλλο, πλαστικό και χαρτί.
Ένα άλλο σημαντικό που πρέπει να τονισθεί είναι η κατανάλωση γάλακτος από τους ενήλικες. Οι εταιρείες έχουν καταφέρει να πιστέψουμε ότι και σαν ενήλικες μας είναι απαραίτητο το γάλα από τα ζώα. Για τους περισσότερους ανθρώπους, υπάρχει δυσανεξία στη λακτόζη που επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου λόγω της έλλειψης ενός ενζύμου, της λακτάσης. Μετά το 2ο έτος της ηλικίας, το σώμα αρχίζει να παράγει πολύ λιγότερη λακτάση. Βέβαια, πολλοί άνθρωποι μπορεί να μην παρουσιάσουν συμπτώματα, παρά όταν μεγαλώσουν.
Όλα τα νήπια και τα παιδιά έχουν τα ένζυμα της λακτάσης. Γιαυτό οι γιατροί πίστευαν ότι αυτά τα ένζυμα υπήρχαν σε όλους σχεδόν τους ενήλικες. Όταν έγιναν έρευνες σε ανθρώπους διαφόρων εθνικοτήτων, σχετικά με την πεπτική τους ικανότητα στη λακτόζη, τα αποτελέσματα απέδειξαν πόσο λανθασμένη ήταν αυτή η άποψη. Γενικά, το 75% περίπου του παγκόσμιου πληθυσμού, χάνουν τα ένζυμα της λακτάσης μετά τον απογαλακτισμό.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος γι’ αυτούς που παρουσιάζουν δυσανεξία στη λακτόζη, να αναγκάζουν τους εαυτούς τους να πίνουν γάλα, ακόμα και αν αυτό περιέχει μειωμένα ποσοστά λακτόζης (υπάρχει τέτοιο στο εμπόριο, σαν «λύση» στη δυσανεξία στη λακτόζη), γιατί δε λύνει το πρόβλημα, καθώς το άτομο μπορεί να συνεχίσει να υποφέρει από πεπτικές ενοχλήσεις.
Είναι εκπληκτικό, αλλά η κατανάλωση γάλακτος δε φαίνεται καν να προλαμβάνει την ανάπτυξη οστεοπόρωσης, που είναι ο κυριότερος λόγος κατανάλωσής του. Επιστημονικές μελέτες αποκαλύπτουν ότι: «Οι πολιτισμοί με μεγάλη κατανάλωση γάλακτος, έχουν τα υψηλότερα ποσοστά οστεοπόρωσης, μια ασθένεια που σπάνια συναντάται σε πολιτισμούς που δεν καταναλώνουν γάλα».
Στην πραγματικότητα το γάλα και τα λοιπά γαλακτοκομικά προϊόντα, δεν προσφέρουν κανένα θρεπτικό συστατικό που δεν μπορεί να βρεθεί σε υγιεινότερες μορφές τροφών. Αυτό είναι ένα επιπλέον στοιχείο που συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού μας, ότι δηλαδή τα ζωϊκά προϊόντα θα πρέπει να είναι συμπληρωματικά των φυτικών και όχι κύρια για τη διατροφή μας, αν δεν μπορούμε να είμαστε 100% χορτοφάγοι.

Η μελλοντική μας θεωρία για τη διατροφή θα πρέπει να στηριχθεί πάλι στην απλότητα, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από το σφιχταγκάλιασμα των ειδικών και των ιθυνόντων κάθε είδους, που ευνοούνται από την πολυπλοκότητα της γνώσης και της κατοχής των αποτελεσμάτων της έρευνας και της «ανάπτυξης». Έχουν γραφεί χιλιάδες εγχειρίδια για τη σωστή και υγιεινή διατροφή. Όλο το περιεχόμενό τους μπορεί να συμπυκνωθεί στην εξής απλή συμβουλή: «πολλά χορταρικά, όσο το δυνατόν λιγότερο κρέας, μεγαλύτερη δυνατή ποικιλία τροφών». Αυτό είναι το συμπέρασμα: η εμπειρία χιλιάδων χρόνων επιβεβαιώνεται και επιστημονικά. Και το ερώτημα και ζήτημα που μας μπαίνει είναι πως θα παράγουμε αυτή την μεγάλη ποικιλία των τροφών που μας χρειάζονται για την ευζωία μας, προωθώντας την «αποανάπτυξη» της σημερινής εντατικής και βιομηχανοποιημένης γεωργίας-κτηνοτροφίας. 
Στην αρχική της μορφή η κτηνοτροφία (επειδή η λέξη κτήνος είναι αρνητικά φορτισμένη θα χρησιμοποιώ τον όρο ζωοεκτροφή από δω και πέρα) είχε στόχο την εξασφάλιση κρέατος για την οικογένεια-ομάδα. Το γάλα δεν το χρησιμοποιούσαν και σαν κτηνοτροφικά προϊόντα θεωρούσαν το μαλλί και τα δέρματα, από τα οποία κατασκεύαζαν ρούχα και διάφορα άλλα αντικείμενα. Η κτηνοτροφία αρχίζει να αποκτά εμπορικό χαρακτήρα με την πλήρη εγκατάσταση των ανθρώπων σε οικισμούς και τον χωρισμό σε αγρότες και ζωοεκτροφείς. Μέχρι πριν από 100 περίπου χρόνια, η ζωοεκτροφή εξακολουθούσε να έχει σαν αποκλειστικό σκοπό τα απαραίτητα ζωικά προϊόντα για την οικογένεια και μόνο ένα μικρό μέρος για την αγορά. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση, που όλο και περισσότερος πληθυσμός άρχισε να εγκαταλείπει τις παραδοσιακές ασχολίες και να δουλεύει στα εργοστάσια, άρχισε να δημιουργείται μεγάλη ζήτηση από διάφορα τρόφιμα και φυσικά και ζωικά προϊόντα. Έτσι άρχισαν να δημιουργούνται οι φάρμες, που είχαν σαν αποκλειστική αποστολή την εκτροφή των ζώων και την παραγωγή ζωικών προϊόντων. Έτσι αρχίζει η εποχή της εντατικής ζωοεκτροφής. Κάποια χρήσιμα στοιχεία: Το 40% των εδαφών της Γης είναι καλλιεργήσιμα, εκ των οποίων το 1/3 χρησιμοποιείται για την παραγωγή ζωοτροφών.
Η κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων αυξάνεται κάθε χρόνο, ενώ η παγκόσμια παραγωγή κρέατος προβλέπεται να υπερδιπλασιαστεί από τα 229 εκατομμύρια τόνους το 1999/2001 σε 465 εκατομμύρια τόνους το 2050.
Από αρχές του 1960: ο παγκόσμιος πληθυσμός 2-πλασιάσθηκε, η κατανάλωση κόκκινου κρέατος 4-πλασιάσθηκε, κρέατος πουλερικών 10-πλασιάσθηκε. Υπολογίζονται σε 60 δις τα ζώα εκτροφής και συμβαίνει κάτι παράδοξο – στα αναπτυγμένα κράτη περίπου 1 δις άτομα πάσχουν από παχυσαρκία και προβλήματα υγείας που συνδέονται με τον τρόπο διατροφής(Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει ότι η επιδημία της παχυσαρκίας αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα υγείας και η κατανάλωση ζωικών λιπών και κτηνοτροφικών προϊόντων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για αυτό), ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες ο ίδιος αριθμός ατόμων πάσχουν από υποσιτισμό.

Η εκτροφή ζώων είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες των σημερινών σοβαρότατων περιβαλλοντικών προβλημάτων, ιδιαίτερα της κλιματικής αλλαγής. Σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ που δημοσιεύθηκε στις 29.11.06 η ζωοεκτροφή ευθύνεται για τις παρακάτω εκπομπές αερίων θερμοκηπίου σε παγκόσμιο επίπεδο:
1) 9% του διοξειδίου του άνθρακα
2) 65% του οξειδίου του αζώτου το μεγαλύτερο μέρος του οποίου προέρχεται από την κοπριά και το οποίο είναι 296 φορές πιο επιβαρυντικό σε σχέση με το διοξείδιο του άνθρακα
3) 37% του μεθανίου το οποίο παράγεται κατά ένα μεγάλο μέρος από το πεπτικό σύστημα των μηρυκαστικών και είναι 23 φορές πιο επιβαρυντικό σε σχέση με το διοξείδιο του άνθρακα, και
4) 64% της αμμωνίας που προκαλείται από τα ούρα των ζώων και συμβάλλει σημαντικά στην όξινη βροχή. Χρησιμοποιώντας πλέον το 30% ολόκληρης της επιφάνειας του γήινου εδάφους, αποψιλώνονται ολόκληρα δάση για να μετατραπούν σε βοσκότοπους.
Σύμφωνα με μια επίσημη έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: 13% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προέρχονται από τη παραγωγή ζωϊκών προϊόντων διατροφής( κρέας, γάλα και αυγά) στην Ε.Ε.
Σύμφωνα με την έρευνα: περισσότερο ζημιογόνα για το κλίμα είναι τα μυρηκαστικά. Έτσι για την παραγωγή 1 κιλού βοδινού κρέατος έχουμε εκπομπή 22 κιλών «ισοδύναμου διοξειδίου», 1 κιλού αρνήσιου-κατσικίσιου κρέατος εκπομπή 20 κιλών, ενώ 1 κιλού χοιρινού εκπομπή μόνο 7,5 κιλών καθώς και 1 κιλού πουλερικών εκπομπή 5 κιλών «ισοδύναμου CO2»…
Η παραγωγή αυγών και γάλακτος είναι πιο φιλική για το κλίμα(επειδή τα ζώα χρειάζονται λιγότερη ενέργεια για αυτό): σε 1 κιλό αυγών ή κατσικίσιου-προβατίσιου γάλακτος αντιστοιχούν 3 κιλά εκπομπή «ισοδύναμου CO2», ενώ σε 1 κιλό αγελαδινού αντιστοιχούν μόνο 1,4 κιλά εκπομπών.

Σύμφωνα βέβαια με τον ΟΗΕ(FAO) η ζωοεκτροφή εκπέμπει το 18% του «ισοδύναμου CO2», σε παγκόσμιο επίπεδο[7].
Ο Γερμανικός Σύνδεσμος Χορτοφάγων-με αφορμή τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών-ζητά να ανέβει ο συντελεστής φορολόγησης των προϊόντων κρέατος και γάλακτος από τον πολύ χαμηλό 7% στον 19%, όπως είναι για παράδειγμα ο συντελεστής φορολόγησης του γάλακτος που παράγεται από σόγια[8]
Αντίθετα η Γερμανική Αγροτική Ένωση απέρριψε το αίτημα των Χορτοφάγων και είναι κατά οποιασδήποτε αύξηση της φορολογίας των ζωϊκών προϊόντων.
Από την άλλη: περίπου το 20% των βοσκότοπων έχουν υποβαθμιστεί λόγω της υπερβόσκησης, της διάβρωσης και της ρύπανσης του εδάφους από τα ζωικά απόβλητα, τα αντιβιοτικά, τις ορμόνες, τις χημικές ουσίες από τη βυρσοδεψία, τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται για να ψεκαστούν οι καλλιέργειες ζωοτροφών. Όσο δε αφορά τους φθίνοντες πλέον υδάτινους πόρους της γης, η κτηνοτροφία χρησιμοποιεί τεράστιες ποσότητες νερού κι είναι ένας σημαντικός παράγοντας ρύπανσης και μόλυνσης του υδροφόρου ορίζοντα.
Υπάρχει επίσης μεγάλη σπατάλη φυσικών πόρων και ενέργειας. Στη Δύση, το μισό από το νερό που καταναλώνεται, πηγαίνει στην εκτροφή. Ενδεικτικά ο παρακάτω πίνακας:
Παραγωγή κρέατος ανά κιλό
Λίτρα νερού που απαιτούνται
1 κ. μοσχαρίσιου κρέατος
22.000 lt
1 κ. βοδινού κρέατος
15.000 lt
1 κ. κρέας κοτόπουλου
3.500–6.000 lt

Παραγωγή γάλατος: για 1 lt γάλατος απαιτούνται 990 lt νερού
Παραγωγή φυτικής τροφής(για σύγκριση): 1 κ. καλαμποκιού απαιτεί 450 lt νερού.

Σύμφωνα με μια έκθεση του Σουηδικού Πανεπιστημίου Γεωργικών Επιστημών ( Lantb ruksuniversitet ), η ενέργεια που καταναλώνεται για την παραγωγή ενός κιλού χοιρινού και ενός κιλού βοδινού, είναι 8.3 και 12.8 kWh αντίστοιχα. Συγκριτικά, η παραγωγή ενός κιλού φασολιών απαιτεί μόνο 0.86 kWh και ενός κιλού πατατών μόνο 0.44 kWh . Δηλαδή, απαιτείται 10-20 φορές περισσότερη ενέργεια για την παραγωγή ζωικών προϊόντων, απ’ότι για την παραγωγή φυτικής τροφής. Τα ζώα καταναλώνουν περισσότερη πρωτεΐνη τρώγοντας φυτά, από την πρωτεΐνη που μπορούν να παράγουν με τη μορφή κρέατος, γάλακτος και αυγών. Για παράδειγμα, 7 κιλά σιτηρών χρειάζονται για να παραχθεί ένα κιλό κρέας. Σαν «μηχανές» για τη μετατροπή της φυτικής πρωτεΐνης σε ζωική πρωτεΐνη, είναι εντελώς αναποτελεσματικά. Ο βαθμός μετατροπής από ζωοτροφή σε τροφή για τον άνθρωπο, κυμαίνεται από 1:30 έως 1:4 ανάλογα με το είδος του ζώου. Παρόλα αυτά τα ζώα τρέφονται με μεγάλες ποσότητες ζωοτροφής υψηλής πρωτεϊνικής αξίας, τη στιγμή που «είναι πιο αποδοτικό να τρώμε απευθείας ό,τι καλλιεργούμε, αντί να το αφήσουμε να περάσει πρώτα μέσα από ένα ζώο». Επίσης η μαζική-εντατική εκτροφή των εκατομμυρίων ζώων αφανίζει τη ζωή και από τις θάλασσες αφού περίπου το 50% των ψαριών που αλιεύονται χρησιμοποιούνται ως τροφή για τα γουρούνια, τις αγελάδες, τα πρόβατα, τα κοτόπουλα κλπ. Αυτά τα ζώα καταναλώνουν περισσότερους τόνους ψαριών από ότι όλοι οι καρχαρίες, τα δελφίνια και οι φώκιες ολόκληρου του πλανήτη. Έτσι οι πληθυσμοί των ψαριών σταδιακά εξαφανίζονται ενώ οι φάλαινες, οι φώκιες, τα δελφίνια και τα θαλασσοπούλια πεθαίνουν από πείνα.
Αν οι «αναπτυγμένες» χώρες μειώσουν την κατανάλωση κρέατος, θα μπορούσαμε επιπλέον να αντιμετωπίσουμε σε σημαντικό βαθμό την παγκόσμια πείνα, η οποία σκοτώνει περίπου 6 εκατομμύρια παιδιά κάθε χρόνο. Το 25% του πληθυσμού της γης υποσιτίζεται λόγω κυρίως της χρησιμοποίησης της γης για την παραγωγή ζωοτροφών και της διατροφής των ζώων με δημητριακά και σόγια, όταν αυτά θα μπορούσαν να θρέψουν τον υποσιτιζόμενο κόσμο.
Για 1 κιλό κρέατος απαιτείται γη που θα μπορούσε να παράγει:
Δημητριακά 6 κιλά
Ρύζι 9 κιλά
Όσπρια 12 κιλά
Λόγω των άθλιων και ανθυγιεινών συνθηκών εκτροφής των ζώων, καθώς και των ορμονών ανάπτυξης και πάχυνσης που τους χορηγούνται για την επιτάχυνση της παραγωγής κρέατος και γάλακτος, ένα σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής αντιβιοτικών (περίπου το 50%) χορηγείται στα εκτρεφόμενα ζώα. Όμως παρά την τόσο απλόχερη ιατρική «φροντίδα», ασθένειες και επιδημίες όπως η νόσος των τρελών αγελάδων και των πτηνών, η γρίπη των χοίρων, ο μελιταίος πυρετός, κλπ. ξέσπασαν σκορπώντας τον πανικό. Η αφύσικη τροφή που τρώνε τα εκτρεφόμενα ζώα (ιχθυάλευρα, αλεσμένα κόκκαλα, νύχια, τρίχες κλπ), οι άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους και η υπερβολική χορήγηση αντιβιοτικών και ορμονών, καθιστούν την κατανάλωση κρέατος εντελώς επιβλαβή για την ανθρώπινη υγεία, ενώ οι απάνθρωπες συνθήκες μεταφοράς τους, αλλά και η ίδια η φρικαλέα διαδικασία σφαγής των ζώων θέτουν ζητήματα βιοηθικής. Η σφαγή, η μεταφορά, η επεξεργασία και το μαγείρεμα θεωρούνται επίσης σημαντικό μέρος κατανάλωσης ενέργειας.
Παρόλα όμως αυτά τα τεράστια «εξωτερικά κόστη» στη συμβατική οικονομία, τα ζωϊκά προϊόντα κοστίζουν πολύ λιγότερο σε σχέση με το κόστος παραγωγής τους. Στη πραγματικότητα όμως η παγκόσμια ζωοεκτροφή είναι ουσιαστικώς αντιπαραγωγική. Χρειάζεται επομένως μεγάλη αποανάπτυξη στη ζωοεκτροφή και να πάμε σε μια ζωοεκτροφή στα πλαίσια ολοκληρωμένων αγροκτημάτων. Έτσι θα έχουμε και αποανάπτυξη στη παραγωγή ζωϊκών προϊόντων, καθώς και στη κατανάλωσή τους:
• Αν κάποιος δεν φάει κρέας μία φορά τη βδομάδα, τότε όλο το χρόνο εξοικονομεί 170 κιλά διοξειδίου εκτός του ότι παράλληλα θα εξοικονομήσει φυτική τροφή για τους φτωχούς του κόσμου.
• Αν κάποιος ακολουθήσει τη μεσογειακή δίαιτα και τρώει μια φορά τη βδομάδα κρέας τότε εξοικονομεί 1020 κιλά/έτος=2/3 των εκπομπών ενός νέας τεχνολογίας αυτοκινήτου (150γρ/χιλ x10.000χιλ=1500 κιλ/έτος)
• Έχει αναπτυχθεί κίνημα πόλεων για μια μέρα τη βδομάδα «αποχή κρέατος» (Paul McCartney, ”Less meat, less heat”, The Lanset: μείωση 30% κρέατος, μείωση θανάτων από καρδιαγγειακές παθήσεις κατά 18.000 στη Βρετανία)
• Αν π.χ. οι κάτοικοι του Δήμου Βόλου(περίπου 140.000) ακολουθούσαν τη μεσογειακή διατροφή, τότε θα εξοικονομούσαν: 140.000χ1020=142.800.000 κιλά=0,1428 γιγατόνοι =1% των ετήσιων παγκόσμιων εκπομπών( περίπου 14 γιγατόνοι). Να μια ουσιαστική και όχι μόνο συμβολική καμπάνια σε κάθε δήμο! Μπορεί να εξελίσσεται, συνδεδεμένη και με την οικονομική κρίση, σε πρόταση για μεσογειακή διατροφή, που εκτός της υγείας θα προφυλάξει και το κλίμα
Να δούμε λίγο περισσότερο τι συμβαίνει με την κρεοφαγία σε αντιδιαστολή με τη φυτοφαγία.
Το θέμα είναι αρκετά φορτισμένο, λόγω και της ιδεολογικής αντιπαράθεσης μεταξύ φυτοφάγων-κρεοφάγων, πράγμα που αντιμετωπίζουμε εδώ και χρόνια στα πλαίσια των οικογιορτών, για το αν π.χ. θα πρέπει να συμμετέχουν και παραγωγοί ζωϊκών προϊόντων ή όχι. Το ζήτημα δεν έχει καταλήξει και το αντιμετωπίζουμε μέχρι τώρα συμβιβαστικά: στα πλαίσια της γιορτής οι ζωοτρόφοι μπορούν να παρουσιάζουν την εκτροφή τους με έντυπο κ.λ.π. υλικό, αλλά δεν πωλούν τα προϊόντα σφαγής(αν υπάρχει ψυγείο μπορούν να πωλούν τυριά).
Όπως αναφέρω και πιο πάνω έχουμε αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης ζωϊκών προϊόντων. Μεγαλύτερη στην 20ετία 1960-80, κάπως λιγότερη στην 20ετία 1980-2000. Στην τελευταία έχουμε συγκεκριμένα τις εξής μεταβολές(στοιχεία παγκόσμιας τράπεζας):
• Παγκόσμια από 29,5 κιλά ανά άτομο το χρόνο σε 36,4 κιλά
• Βιομηχανικές χώρες από 78,5 σε 88,2
• Για σύγκριση Νότια Αφρική από 10,6 σε 9,4
Κάθε χρόνο θανατώνονται 56 δισεκατομμύρια ζώα για να καταναλωθούν από τον άνθρωπο, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας τα ψάρια. Εκτός των άλλων έχουμε να κάνουμε και με ένα φιλοσοφικό και βιοηθικό ζήτημα. Δεν είναι πολυτέλεια σήμερα να συμφωνήσουμε ότι τα ζώα και τα άλλα όντα έχουν μια εγγενή αυταξία και πρέπει να τα σεβόμαστε. Ο κυρίαρχος μέχρι τώρα ανθρωποκεντρισμός μας έφερε ως εδώ. Να απειλούμε εμείς οι ίδιοι τις βάσεις της ύπαρξής μας. Γιατί ότι έχει εγγενή αξία μπορεί να έχει και εργαλειακή αξία. Ακόμα και για ωφελιμιστικούς λόγους θα χρειασθεί να αντικαταστήσουμε τον ανθρωποκεντρισμό με τον οικοκεντρισμό!
Στην Ελλάδα δεν μας αρέσει πλέον το ελληνικό-μεσογειακό μενού με τα όσπρια, τα λαχανικά και τα φρούτα[9].
Η κατανάλωση συνολικού πιστοποιημένου κρέατος είναι περίπου 85 κιλά ανά Έλληνα το χρόνο, αν και με τον ερχομό της κρίσης αυτό μπορεί να έχει μειωθεί, ιδίως όσον αφορά στο πιστοποιημένο κρέας. Γιατί θα πρέπει να προστεθεί και το μη πιστοποιημένο που για τις δικές μας συνθήκες δεν θα πρέπει να είναι ευκαταφρόνητο. Αυτό που βέβαια παρατηρούμε είναι ότι δεν έχουμε αυτάρκεια στο κρέας, ιδίως στο βοδινό. Εισάγουμε το 41,6% των συνολικών κρεάτων[10].
Σημαντικό για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος, αλλά και για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας πείνας είναι να δούμε και τα εξής στοιχεία:
• 1 θερμίδα στο ψωμί προέρχεται από 1 θερμίδα δημητριακών
• 1 θ. στο βοδινό κρέας προέρχεται από κατανάλωση 10 θ. δημητριακών
• 1 θ. στο κρέας πουλερικών προέρχεται από 4 θ. δημητριακών
• 1θ. στο χοιρινό από 3 θ. δημητριακών
Φαίνεται και από αυτά τα στοιχεία ότι «είναι πιο αποδοτικό να τρώμε απευθείας ό,τι καλλιεργούμε, αντί να το αφήσουμε να περάσει πρώτα μέσα από ένα ζώο». Είναι μια τρομερή σπατάλη πόρων και κατανάλωση ενέργειας, δεδομένου ότι σχεδόν το 1/3 της παγκόσμιας συγκομιδής δημητριακών χρησιμοποιείται για την παραγωγή κρέατος.
Με ποια λογική ένας πολιτισμός εξαντλεί τις πηγές του πλανήτη για να παράγει με εντατικό τρόπο όλο και περισσότερα ζωικά προϊόντα για τους πλούσιους του «αναπτυγμένου κόσμου; Η κατανάλωση ζωικών λιπών δεν ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την παχυσαρκία και τα προβλήματα υγείας που ακολουθούν; Πόσες φορές την εβδομάδα είναι ανάγκη να τρώμε κρέας; Πόσο ζαμπόν; Πόσο γάλα ή τυρί; Γιατί τα ζώα πρέπει να λαμβάνουν τεράστιες ποσότητες πρωτεϊνούχων σπόρων (όπως σόγια) για να παράγουν ακόμα περισσότερο; Διότι κάποιοι έχουν κάνει επενδύσεις και αναζητούν τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση; Διότι οι εταιρείες του γεωργοκτηνοτροφικού τομέα θα πρέπει να μεγιστοποιούν τα κέρδη τους;

Η χορτοφαγία «απελευθερώνει» κατά μέσο όρο γη που θα μπορούσε να θρέψει πολύ περισσότερους ανθρώπους. Ενδεικτικά, ο αριθμός των ανθρώπων που μπορούν να σιτίζονται για ένα χρόνο ανά εκτάριο και ανά είδος διατροφής είναι:
22 άτομα με πατάτες
19 άτομα με ρύζι
1 άτομο με μοσχάρι
2 άτομα με αρνί
Χωρίς υπερβολή, από την προηγούμενη ανάλυση προκύπτει ότι μέχρι τώρα ο κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος με την κατανάλωση της τροφής του –εκτός των άλλων-παίζει και το μέλλον αυτού του πλανήτη «χάρη στη βουλιμία του για χάμπουργκερ»[11].
Με μια δικαιότερη κατανομή των θρεπτικών πόρων της Γης μπορούμε να εξασφαλίσουμε τη διατροφή όλης της ανθρωπότητας και ταυτόχρονα να έχει υγιεινότερο τρόπο ζωής. Με μια ζωοεκτροφή, ούτε εκτατική ούτε σταυλισμένη, αλλά στα πλαίσια ολοκληρωμένων αγροκτημάτων, όπου τα ζώα παίζουν συμπληρωματικό ρόλο και ανακυκλώνουν την οργανική ύλη, ενώ τα ζωϊκά προϊόντα συμπληρώνουν επίσης τη διατροφή. Δεν θα πρόκειται οπωσδήποτε για χορτοφαγία, αλλά για οικολογική-υγιεινή διατροφή. 
Χρειάζεται όμως αλλαγή του καταναλωτικού και διατροφικού μοντέλου στη δύση με περιορισμό της υπερκατανάλωσης κρέατος και ευρεία ενημέρωση του κόσμου ότι η ζωοεκτροφή συμβάλλει σημαντικά στο φαινόμενο του θερμοκηπίου καθώς και στην κακή υγεία. Χρειάζεται γενικότερα να απορρίψουμε το καπιταλιστικό αναπτυξιακό μοντέλο παραγωγής, συσσώρευσης και κατανάλωσης. Να επιλέξουμε την κατεύθυνση μιας αγροδιατροφικής οικονομίας των αναγκών και όχι των επιθυμιών, των μικρών αποστάσεων και της εγγύτητας μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, της δίκαιης διανομής των τροφίμων- με αποφυγή των μεσαζόντων- μέσω δικτύων παραγωγο-αναλωτών και τοπικών αυτοδιαχειριζόμενων αγορών. Γενικά μέσα από κοινοτικές αμεσοδημοκρατικές δομές που θα συντονίζονται μέσω διασύνδεσης και ομοσπονδιοποίησης




[1] «Οι άνθρωποι πια δεν λένε “τρώω” ή “πίνω” αλλά λένε “καταναλώνω”. Όλες οι φυσικές πράξεις και λειτουργίες που κρατούν στη ζωή ένα φυσικό πλάσμα άνθρωπο, έχουν αντικατασταθεί από τον όρο κατανάλωση, λες και είναι ο άνθρωπος πλέον μηχάνημα... Αυτή είναι η μέγιστη ύβρις και ο μέγιστος εξευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αποδοχή της πλήρους μετάλλαξης του ανθρώπου σε γρανάζι του συστήματος που απομυζεί το οικοσύστημα καταναλώνοντας τους φυσικούς του πόρους αναίσχυντα. Αυτός είναι ο αναίσχυντος σύγχρονος άνθρωπος – καταναλωτής, ο ταυτισμένος με την χυδαιότητα.» Γιάννης Μακριδάκης http://yiannismakridakis.gr/?p=4851

[2] Οι υδατάνθρακες αποτελούν τη βασική πηγή ενέργειας στα περισσότερα ανθρώπινα σιτηρέσια. Δίνουν περίπου 420 θερμίδες ανά 100 γραμμάρια. Ο «μέσος άνθρωπος» λοιπόν μπορεί να πάρει την ενέργεια που χρειάζεται καθημερινά από 500-700 γραμμάρια υδατάνθρακες. Στις παραδοσιακές δίαιτες και σιτηρέσια, τα φυτά οι σπόροι και οι βολβοί είναι η πρωταρχική πηγή ενέργειας. Σε αυτές τις τροφές υπάρχει και πολλή κυτταρίνη στον φλοιό  και επειδή η κυτταρίνη δεν μας παρέχει ενέργεια, οδήγησε παλιότερα στην άποψη ότι δεν μας χρειάζονται τα «πίτουρα» και είναι πιο εύπεπτα τα «λευκά» αλεύρια. Στη συνέχεια όμως αποδείχθηκε ότι τα πίτουρα είναι πολύ σημαντικό συστατικό για την δίαιτα του ανθρώπου. Η παρουσία τους ή η απουσία τους έχει μεγάλη επίδραση στη φυσιολογική λειτουργία του εντέρου, που παίζει σημαντικό βιοχημικό ρόλο για όλο το σώμα. τρώγοντας παραδοσιακά «ανεπεξέργαστους» υδατάνθρακες λοιπόν, έχουμε στη διάθεσή μας πιο υγιεινή τροφή.

[3] Γιατί το λίπος είναι απαραίτητο όχι μόνο σαν πηγή ενέργειας, αλλά σαν σημαντικό δομικό συστατικό του σώματος, σημαντικότερο από τους υδατάνθρακες. Κυρίως είναι χρήσιμο για τη μεμβράνη των κυττάρων(με τη μορφή «λιπιδίων»), τα μέρη του εγκεφάλου και για τα νεύρα. Όμως σαν δομικό συστατικό των παραπάνω πρέπει να είναι με τη μορφή «βασικών» λιπών (κυρίως του τύπου των «πολυακόρεστων». Τέτοια είναι τα λίπη που προέρχονται από τα φύλλα και τους σπόρους των φυτών, καθώς και από τα ψάρια, ιδίως τα λιπαρά, όπως το σκουμπρί. Αλλά τα ψάρια σε παγκόσμιο επίπεδο είναι τροφή για τους λίγους και λόγω της υπεραλίευσης και της μόλυνσης τα αλιεύματα σπανίζουν πια. Πιο ρεαλιστικό είναι να εξασφαλίζουμε τα βασικά λίπη από τα φυτά.
[4] Και καλύτερα με φυτικές πρωτείνες που παίρνονται από τον συνδυασμό δημητριακών και οσπρίων.  Οι άνθρωποι που ακολουθούν παραδοσιακές δίαιτες μπορεί να μη ξέρουν από βιοχημεία, αλλά ξέρουν από τη μακροχρόνια εμπειρία τους ότι δημητριακό και όσπριο είναι ο καλύτερος συνδυασμός στη μαγειρική τους, ώστε να είναι υγιείς. Αποτέλεσμα της μέχρι τώρα κυρίαρχης άποψης για πολλές ζωικές πρωτεϊνες στη διατροφή μας, ήταν τα εντατικά συστήματα ζωοεκτροφής και πτηνοτροφίας με όσο γινόταν πιο πολλά ζώα –πτηνά. Παράλληλα τα δημητριακά, τα όσπρια και η σόγια θεωρούνταν «δεύτερης τάξης» τροφή και προορίζονταν κυρίως για ζωοτροφές. Το αγροδιατροφικό σύστημα χρησιμοποιούσε μέχρι τώρα το 50% της παγκόσμιας παραγωγής σιταριού και κριθαριού, το 80% του καλαμποκιού και το 90% της σόγιας σαν ζωοτροφές (οι ευρωπαίοι καταναλωτές π.χ. επιδοτούν με 2 ευρώ την ημέρα κάθε εκτρεφόμενη με δημητριακά αγελάδα τους, ενώ πάνω από 2 δις άνθρωποι στον τρίτο κόσμο ζούν με 2 ευρώ την ημέρα).
[5] Σήμερα υπάρχει αναγκαιότητα να καλλιεργηθούν τα «ντυμένα» σιτηρά επειδή αντέχουν σε δυσκολότερες εδαφοκλιματολογικές συνθήκες (ξηρασία, άγονα εδάφη), είναι πολύτιμο γενετικό υλικό για τη μελλοντική γεωργία σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής, ενώ παράλληλα μπορούν να δώσουν προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας (χωρίς βέβαια να τα θεωρούμε και «υπερτροφές», όπως σκόπιμα διαδίδουν κάποια επιχειρηματικά συμφέροντα εκμεταλλευόμενα τη σύγχυση  και τη μόδα των «προϊόντων χωρίς γλουτένη».
 Γλουτένη: είναι μια πρωτεϊνη των μαλακών κυρίως σιτηρών (υπάρχει και στα σκληρά).Στο νερό παίρνει τη μορφή κολλοειδούς ουσίας, στην οποία οφείλεται και το «φούσκωμα» του ζυμαριού για το ψωμί. Στη βρώμη και το κριθάρι υπάρχει μια χαμηλότερη αναλογία της γλουτένης, όπως και στο μονόκοκκο και στα δίκοκκα σιτάρια. Το κεχρί, καλαμπόκι, ρύζι, κινόα, αμάρανθος, φαγόπυρο δεν περιέχουν γλουτένη. Είναι πλεονέκτημα για την αρτοποιία, αλλά κάποιοι άνθρωποι(όχι όλοι) δεν μπορούν να τη χωνέψουν και τους προκαλεί αλλεργία, δυσανεξία ή «ευαισθησία στη γλουτένη»(πόνο στο στομάχι, καούρες, φούσκωμα και αέρια στα έντερα, πονοκέφαλο, κόπωση κ.λπ.). Στο 1% του πληθυσμού περίπου προκαλεί την επικίνδυνη χρόνια νόσο κοιλιοκάκη στο λεπτό έντερο. Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του όριο στη ανοχή της γλουτένης και θα πρέπει να το διερευνήσει, ώστε να βρει τρόπους αντιμετώπισης της τυχόν ευαισθησίας του σε αυτήν.
Η σύγχρονη διατροφή μας (τα τελευταία 50 χρόνια κυρίως στη Δύση) είναι «υπερφορτωμένη» με γλουτένη, λόγω της παρουσία της παντού σχεδόν(μπαίνει σαν πρόσθετο) και της υπερκατανάλωσης επεξεργασμένων τροφών που στηρίζονται στο ραφιναρισμένο αλεύρι. 
[6] Μέσα από το εμπορικό σύστημα διανομής, εκτός των άλλων προβλημάτων που δημιουργούνται, έχουμε και το γεγονός ότι πηγαίνει πάνω από το 30% της παραγόμενης τροφής στα σκουπίδια. 14 δισ. στρεμ. (28% των καλλιεργούμενων εδαφών) χρησιμοποιούνται για παραγωγή 1,3 δισ. t πεταμένης από το εμπορικό σύστημα τροφής σε παγκόσμιο επίπεδο.
[7] Η σχέση μεταξύ του βιομηχανικού συστήματος τροφίμων και της υπερθέρμανσης του πλανήτη δεν φαίνεται συχνά να είναι άμεση, λόγω κυρίως του τρόπου με τον οποίο παρουσιάζονται τα στατιστικά στοιχεία. Έχει υπολογισθεί ότι η εκτεταμένη χρήση χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, η επέκταση της βιομηχανίας κρέατος με επακόλουθο τη καταστροφή των σαβάνων και των δασών του πλανήτη για να αυξηθούν τα βασικά γεωργικά προϊόντα, είναι από κοινού υπεύθυνες για το ένα τρίτο περίπου των αερίων του θερμοκηπίου, που προκαλούν παγκόσμια αλλαγή του κλίματος. Όταν προσθέσουμε όμως σε αυτά και το ποσό της ενέργειας από ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία των γεωργικών προϊόντων, για τη ψύξη και συντήρησή τους, για τη συσκευασία, για τη μεταφορά τους σε όλο τον κόσμο και στη συνέχεια για τη διανομή τους σε σούπερ-μάρκετ, ο ρόλος της βιομηχανίας τροφίμων στη δημιουργία της κλιματικής αλλαγής αυξάνει σημαντικά. Το παγκόσμιο σύστημα τροφίμων μπορεί να είναι υπεύθυνο για το μισό περίπου των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στον κόσμο.
[8]. «Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμοί της έρευνας είναι ένα γεγονός το οποίο πρέπει να λάβουμε υπόψη και οι καταναλωτές και οι πολιτικοί», δήλωσε ο πρόεδρος των Χορτοφάγων Sebastian Zösch. «Είναι ένα ακόμα επιχείρημα για τη μείωση της κατανάλωσης κρέατος και των άλλων ζωϊκών προϊόντων».
[9] Σύμφωνα με το Βήμα(30 Νοεμβρίου 2003) στην τελευταία ανανεωμένη έκδοση του προγράμματος «DAFNE», που καταγράφει τις διατροφικές συνήθειες των Ευρωπαίων: «Πρωτιά μεταξύ 13 ευρωπαϊκών χωρών κατέχει η χώρα μας σε ό,τι αφορά την κατανάλωση κόκκινου κρέατος, με μέσο όρο τα 100 γραμμάρια ημερησίως κατ' άτομο, τη στιγμή που σε χώρες όπως η Νορβηγία, η Γερμανία ή η Πολωνία οι κάτοικοι καταναλώνουν σχεδόν τη μισή ποσότητα χοιρινού ή βοδινού κρέατος. Συγκεκριμένα, η μέση ημερήσια κατανάλωση κόκκινου κρέατος στη Νορβηγία είναι 53 γραμμάρια, στη Γερμανία 60 και στην Πολωνία 62 γραμμάρια. Πρωταθλήτρια όμως είναι η Ελλάδα στον συγκεκριμένο τομέα και σε σύγκριση με τους «μεσογειακούς» γείτονές της. H κατανάλωση κόκκινου κρέατος στην Ιταλία είναι 71 γραμμάρια, στην Ισπανία 55, ενώ στην Πορτογαλία 91 γραμμάρια. Οι Πορτογάλοι είναι και οι μόνοι που φαίνεται να μας ακολουθούν κατά πόδας στις διατροφικές ατασθαλίες». Αν κάνουμε μια αναγωγή στο έτος έχουμε 36,5 κιλά κόκκινο κρέας για κάθε Έλληνα. Θα πρέπει βέβαια να προσθέσουμε και τα υπόλοιπα λευκά κρέατα όπως επίσης και τα υπόλοιπα ζωϊκά προϊόντα(αυγά, γάλα κ.λ.π.).
Μια καλύτερη εικόνα έχουμε από μια άλλη μελέτη, που όμως περιλαμβάνει μόνο τα πιστοποιημένα κρέατα (http://www.vakakis.gr/Background/VA/4_enimerosi/Arthra/pdfs/paragogi_kreatos_poiotitas.pdf)

Βοδινό: παραγωγή σε τόνους 58.850, κατανάλωση σε τόνους 189.170, ποσοστό εγχωρίου 32,3%
χοιρινό: παραγωγή 128.730, κατανάλωση 300.370 ποσοστό 45,1 %
Αιγοπρόβειο: παραγωγή 114.612, κατανάλωση 139.450 ποσοστό 88,5 %
Πουλερικά: παραγωγή 176.434, κατανάλωση 211.150 , ποσοστό 77,5%
Λοιπά: παραγωγή 4.429, κατανάλωση 11.030 , ποσοστό 40,3%
Σύνολο: παραγωγή 482.063, κατανάλωση 851.170, ποσοστό 58,4%

[10] Ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων της χώρας
Εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων.
(σε δις ευρώ).
Έτος
Εξαγωγές
Εισαγωγές
Ισοζύγιο




2002
3,3
5,2
-1,9




2008
3,9
7,1
-3,3




2009
4
6,4
-2,4




2010
4,6
6,5
-1,9




2011
4,8
6,7
-1,9




2012
5,2
6,4
-1,2




2013
5,4
6,5
-1,1




2014
5,1
6,4
-1,3





[11] Singer Peter: Η απελευθέρωση των Ζώων, Αντιγόνη, Θεσσαλονίκη, 2010.