Από Κοινού: Συνέλευση για την Αποανάπτυξη και την Άμεση Δημοκρατία

Μαζί στον δρόμο προς έναν μετα-καπιταλιστικό κόσμο: με το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης, του Κοινοτισμού και της Άμεσης Δημοκρατίας.
Καθόλα αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης έχει λάβει χώρα στην νεοελληνική κοινωνία μία διαδικασία, με κεντρικό άξονα την επανανοηματοδότηση του αξιακού μας συστήματος και των πολιτικών μας προταγμάτων.
Μεμονωμένα άτομα αλλά και ομάδες, συλλογικότητες και κινήματα έχουν αναπτυχθεί παντού στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους το «αναπτυξιακό» μοντέλο που προωθεί τον καταναλωτικό τρόπο ζωής και έχουν υιοθετήσει άλλες φιλοσοφίες και άλλους τρόπους προσωπικής και συλλογικής διαβίωσης.
Η πολύχρονη πορεία ζωής όλων αυτών των ανθρώπων και ομάδων έχει αποδείξει ότι υπάρχουν υγιή και δυναμικά κοινωνικά κύτταρα, οι δράσεις των οποίων επιθυμούν να συναντηθούν και να συντονιστούν, έτσι ώστε να εκφραστεί η κοινή πολιτική τους φιλοσοφία, σε μια προοπτική μετασχηματισμού που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία που θα στηριχθεί:

  • στο αποαναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας των αναγκών, της επάρκειας και του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στη βάση της αφθονίας των υλικών και άυλων Κοινών,
  • στην κοινοτική οργάνωση με βάση την προσωπική και συλλογικήαυτονομία,
  • σε αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και στη θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας με τη μορφή του ομοσπονδιακού Κοινοτισμού.

Πρόκειται για τη διάδοση της παραπάνω θέσης μας, που διευρύνεται και διασυνδέεται εδώ και τώρα. Και εν μέρει, λόγω της επιρρεπούς στην κρίση φύσης του σημερινού κοινωνικού συστήματος, είναι δυνατόν να γίνει πράξη και λογική της πλειοψηφίας.
Στα σημερινά εγχειρήματα του πολύμορφου αυτού κινήματος και στις δραστηριότητές του, εμπεριέχονται οι δυνατότητες μιας κοινωνίας σε μετακαπιταλιστική μετάβαση. Στοιχεία της έχουν ήδη δημιουργηθεί, εάν και ακόμα ξετυλίγονται και δεν είναι πλήρη. Τέτοια στοιχεία είναι αυτά της άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια της λειτουργίας των εγχειρημάτων, της οικολογίας με τη μορφή του μικρότερου οικολογικού αποτυπώματος στις οικονομικές δραστηριότητές τους, της οικονομίας των αναγκών στις πρακτικές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας που υλοποιούν. Της ισότητας των αμοιβών και των αυτοκαθοριζόμενων συνθηκών εργασίας από τα μέλη τους, της ισότητας των φύλων και των μειονοτήτων στη συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων κ.λπ.
Ταυτόχρονα αυτά τα εγχειρήματα είναι πάντα εκτεθειμένα στον κίνδυνο να εκληφθούν ως ιδιοτελείς προσπάθειες για βελτίωση των συνθηκών ζωής μόνο των μελών τους και όχι και των κοινοτήτων γύρω τους. Αμυντικές μάχες, συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις για οικειοποίηση κοινών πόρων απαιτούνται για όσο διάστημα το ιεραρχικό εθνικό κράτος και η καπιταλιστική αγορά με τίς αντίστοιχες λογικές τους κυριαρχούν. Αυτές οι μάχες θα γίνονται πιο επιτυχείς, αν δίνονται στο πλαίσιο ενός ισχυρού, κοινού και πάνω από όλα χειραφετικού κοινωνικού κινήματος.
Το συγκεκριμένο μετα-καπιταλιστικό όραμα είναι ένας κόσμος που δεν είναι ιεραρχικός, αλλά συνδεδεμένος με δίκτυα λειτουργικά όλων των επιπέδων και δεσμών, είναι αυτο-οργανωμένος και οι βασικές προσωπικές ανάγκες όλων των πολιτών μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω της αφθονίας των συλλογικών αγαθών (Commons). Αυτός ο κόσμος θα χαρακτηρίζεται εξάλλου από αυτοκαθοριζόμενες και γεμάτες ευθύνη σχέσεις δραστηριοτήτων και εργασίας, οι οποίες θα φέρνουν χαρά και νόημα, χωρίς υπερβολική εκμετάλλευση πόρων ή καταστροφή οικοσυστημάτων.
Το κίνημα των κοινοτήτων εμπιστεύεται το ανθρώπινο δυναμικό και μεταφράζει την έννοια της βιωσιμότητας στη γλώσσα των ανθρώπινων αναγκών: Υπάρχει μια βασική ανάγκη, η διατήρηση του πλανήτη, η οποία μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο εάν οργανώσουμε την ικανοποίηση, τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών αναγκών, σε αρμονία με τα όρια που βάζουν οι δυνατότητες των οικοσυστημάτων της γης. Η κοινή χρήση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δεν βασίζεται στους καταναγκασμούς του αφηγήματος της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αλλά αναγνωρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα (ανα)παραγόμενο στοιχείο του πλανήτη γη. Τα Κοινά (Commons) βέβαια ενδέχεται να μην επιλύσουν μακροπρόθεσμα όλα τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ζούμε το τέλος του καπιταλιστικού κόσμου, στο οποίο δυστοπικό τέλος, οι αντιθέσεις μάλλον τείνουν να επιδεινώνονται και οι συγκρούσεις γίνονται όλο και πιο βάναυσες. Για αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας η δημιουργία θετικών προοπτικών, η διατύπωση και - περισσότερο από οτιδήποτε - η πρακτική ενός αλληλέγγυου οράματος.
Για το μέλλον, φαίνεται επιθυμητό και απαραίτητο να βρεθεί κοινά αποφασισμένη και συντονισμένη κατεύθυνση για την προοπτική του κινήματος. Ο όρος σύγκλισηταιριάζει σε τέτοιες διαδικασίες σχηματισμού συμμαχιών και περιλαμβάνει επίσης πολλά άλλα ρεύματα που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να εντατικοποιηθούν οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο, ώστε να αναλυθούν παραπέρα και τα στρατηγικά ζητήματα, αλλά και να συζητηθούν ανοιχτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα. Μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, όπου τα διαφορετικά ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και δρουν παράλληλα και απομονωμένα. Θα χρειασθεί να ληφθεί μέριμνα ώστε να προέλθει μια διασύνδεση που θα χαρακτηρίζεται βέβαια από ποικιλομορφία και όχι οπωσδήποτε από ταύτιση.
Θα χρειασθεί επίσης να γίνει κοινά αποδεκτός ένας όρος που θα μπορέσει να αποτελέσει την κοινή στέγη, τον κοινό στόχο και να περιλαμβάνει τον κοινό ορίζοντα κατανόησης των διαφορετικών ρευμάτων, που δεν μπορεί να είναι άλλος από το ξεπέρασμα του καπιταλισμού.
Γενικότερα, ήρθε ο καιρός, που τα όποια-σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο- σημερινά κοινωνικά κινήματα θα χρειασθεί, στηριζόμενα στη αναβίωση του πνεύματος του κοινοτισμού στις σύγχρονες σημερινές συνθήκες και συνδεόμενα μεταξύ τους, να μετατραπούν σε ενιαίο πολιτικό κίνημα μετάβασης για την μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Ειδικά για τη χώρα, που βρίσκεται σε συνθήκες οικονομικού πολέμου και έχει μετατραπεί σε αποικία χρέους, το πολύμορφο αυτό κίνημα θα χρειασθεί να διαμορφώσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα διεκδίκησης της «εδώ και τώρα» αλλαγής πορείας, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία και τις κοινωνικές δομές του νέου κόσμου που οραματίζεται, αφήνοντας πίσω τον καπιταλιστικό κόσμο που μας οδηγεί στην κοινωνική και οικολογική κατάρρευση.
Η μελλοντική επιδίωξη της κοινωνικής χειραφέτησης και της ένταξης των ανθρώπινων κοινοτήτων –πέρα από σύνορα-με ισορροπία στα πλαίσια ενός πεπερασμένου πλανητικού οικοσυστήματος, θα μπορέσει να υλοποιηθεί μόνο από μια σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των παραπάνω κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων, και στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, και στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης. Και καταρχήν στην διαπαιδαγώγηση –μέσα από την συμμετοχή-του απαραίτητου ανθρωπολογικού τύπου -σε κρίσιμο αριθμό- που θα βάλει όλη την κοινωνία σε περίοδο κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού. Ξεκινώντας βασικά από κάθε τοπική κοινωνία.

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

Ο «Μακεδονισμός» των Σκοπίων και η Αποανάπτυξη-Τοπικοποίηση

Η αιτία για αυτό το άρθρο είναι οι επίκαιρες για το όνομα των Σκοπίων διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα[1]. Στην ουσία δεν θα υπήρχε πρόβλημα για το όνομα, είτε ως σύνθετη γεωγραφική ονομασία (π.χ. «Βόρεια Μακεδονία» ή «Άνω Μακεδονία»), είτε ως ιστορική εκδοχή (Π.χ. «Νέα Μακεδονία»), είτε ακόμη και ως εθνοτική («Σλαβομακεδονία»), αν δεν φορτιζόταν αυτό με την δημιουργία μιας εθνικής-φυλετικής ταυτότητας, αυτής του «Μακεδονικού Έθνους».
Αυτό το έθνος, σύμφωνα με τους εθνικιστές των Σκοπίων, ξεκινά κιόλας από τον 4ο π.Χ. αιώνα και διαιωνίζεται μέχρι σήμερα. Διεκδικούν μάλιστα αυτήν την κληρονομιά σε μία γεωγραφική έκταση που ξεπερνά τα όρια του σημερινού κράτους της FYROM και περιλαμβάνει την ελληνική και βουλγαρική Μακεδονία, όπου τους πληθυσμούς θεωρούν ως «μακεδονικές» μειονότητες, οι οποίες είναι υποδουλωμένες στις αλλοεθνείς πλειοψηφίες. Έτσι μετατρέπεται και σε «αλύτρωτο» έθνος που έχει βλέψεις μέχρι το Αιγαίο.
Μελλοντικά, ο διακηρυγμένος στόχος των εθνικιστών της περιοχής είναι να ενωθεί στο κράτος τους και η υπόλοιπη Μακεδονία, τόσο η ελληνική όσο και η βουλγαρική. Όπως και να ονομασθεί στο μέλλον το κράτος αυτό, είτε “Βόρεια Μακεδονία”, είτε  “Νέα Μακεδονία” κ.λπ. το πρόβλημα θα εξακολουθεί να υπάρχει, αν η εξουσιαστική ελίτ της χώρας θα θεωρεί ως ιστορικό καθήκον της να δράσει ως ελεύθερο τμήμα, ως η βάση για την απελευθέρωση των υπό κατοχή τμημάτων, της Μακεδονίας του Αιγαίου και της Μακεδονίας του Πιρίν. Η διαμάχη για το όνομα δεν είναι μόνο μία διαμάχη για την ιστορία. Η επιμονή στην οικειοποίηση του γεωγραφικού όρου “Μακεδονία” και η φόρτισή του με εθνικό περιεχόμενο μετατρέπει το «Μακεδονικό πρόβλημα» σε γεωπολιτικό γεωγραφικής επέκτασης.
Η Μακεδονία είναι καταρχήν γεωγραφικός όρος. Έθνη με τη σημερινή σημασία του όρου δεν υπήρχαν την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Τότε τα σύνορα ήταν πάντα φυσικά: αδιάβατοι ποταμοί, απάτητα όρη και πάσης φύσεως φυσικά εμπόδια, που υποχρέωναν τους λαούς να αναπτύξουν τις πολιτιστικές τους ιδιομορφίες, και συνεπώς να εμφανιστούν ως ευδιάκριτες εθνότητες)Απλά κάτι τέτοιο σήμερα αφορά τους εθνικιστές από τις δύο πλευρές των σημερινών συνόρων, που απέβλεψαν-μετά τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας στους βαλκανικούς πολέμους- στη δημιουργία νεωτερικών εθνικών αστικών κρατών, και στην όσο γίνεται μεγαλύτερη επέκτασή τους. Η αντίθεση ξεκινούσε από παλιότερα, από το τέλος του 19ου αιώνα που δημιουργήθηκε το Internal Macedonian Revolutionary Organization (IMRO, 1893), στα πλαίσια της οθωμανικής επικυριαρχίας στην περιοχή της γεωγραφικής Μακεδονίας και είχε να κάνει όχι μόνο με τον ελληνικό, αλλά κυρίως με τον βουλγάρικο και σερβικό εθνικισμό. Αλλά ενώ έγιναν αποδεκτά από όλες τις πλευρές των ανταγωνιστικών βαλκανικών εθνικισμών τα τετελεσμένα των συνθηκών που συμφωνήθηκαν μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους[2], και θα έπρεπε να έχουν σταματήσει αυτές οι αντιθέσεις, αναβιώνουν πάλι οι ανταγωνισμοί.
Κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει «Μακεδονικό ζήτημα». Δημιουργήθηκε όμως πάλι μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, γιατί ο Τίτο-όντας ο ίδιος Κροάτης- έστησε στα πλαίσια της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας μία Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας-όπως βέβαια και μία Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Σερβίας, της Κροατίας κ.λπ. Πιθανά για να υπάρξει και ισορροπία μεταξύ των υπαρχόντων τότε κροατικού και σερβικού εθνικισμού, έπαψε το κομμάτι της Μακεδονίας που ανήκε στη Σερβία να είναι «Σερβικό» και έγινε «Μακεδονικό» - «Γιουγκοσλαβικό»[3]. Και ξαναβγήκε στην επιφάνεια με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Έτσι για 45 χρόνια οι νέοι και οι νέες εκεί μεγάλωναν σε ένα σχολικό σύστημα που τους μάθαινε ότι είναι πρώτα Μακεδόνες και μετά κομμουνιστές Γιουγκοσλάβοι. Ταυτόχρονα δημιουργήθηκε και στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας ένας κρατικός μηχανισμός και μια γραφειοκρατική πολιτικο-διοικητική ελίτ που ανέπτυξε και ιδιαίτερα υλικά και ταξικά συμφέροντα. Στη βάση αυτή αναγεννήθηκε ο «νεο-μακεδονικός εθνικισμός» των Σκοπίων.
Είναι το φαντασιακό του αλυτρωτισμού-επεκτατισμού, που μετατρέπει σήμερα τη FYROM σε αγκάθι και παράγοντα αστάθειας για την ειρηνική συνύπαρξη των λαών της περιοχής των νότιων Βαλκανίων και δεν επιτρέπει την ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας. Δεν επιτρέπει την κοινή αντιμετώπιση των προβλημάτων της Ν. Βαλκανικής που στην ουσία αποτελείται από βιοπεριφέρειες που χαρακτηρίζονται από κοινές συνθήκες των ανθρώπινων κοινοτήτων και των οικοσυστημάτων τους. Είναι ακριβώς η οικολογική υποβάθμιση αυτών των περιοχών, που οξύνουν και τα κοινωνικά προβλήματα των τοπικών κοινωνιών τους, ενώ η λύση θα ήταν: Ισορροπημένος τρόπος ένταξης της ανθρώπινης κοινωνίας στο φυσικό περιβάλλον κάθε περιοχής. Από το πως δένονται οι διανθρώπινες σχέσεις με τους τοπικούς φυσικούς πόρους, όπως π.χ με τις λεκάνες απορροής του νερού, με τις άλλες μορφές ζωής και το πλέγμα των οικοσυστημάτων της περιοχής, εξασφαλίζοντας την αρμονική ενότητα του τόπου,  της κοινότητας των ανθρώπων που τον κατοικούν και του συνόλου των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων. Η εγγύτητα καθορίζει τη διαχείριση των εισροών και των εκροών των παραγωγικών μονάδων και των ανταλλαγών, με βάση τη σχετική αυτάρκεια-αυτοδυναμία της κάθε περιοχής. Πολλές φορές θα χρειασθεί να μη ληφθούν υπόψη υπάρχοντα εθνικά σύνορα και να διαμορφωθεί από το διασυνοριακό κίνημα του συνομοσπονδισμού «σκιωδώς» διασυνοριακές βιοπεριφέρειες[4].
Με τη στάση των εξουσιαστικών κομμάτων της FYROM τη τελευταία 25ετία και με τη προσπάθειά τους να διαμορφώσουν εθνική ταυτότητα στο χώρο της, φαίνεται ότι η πλειοψηφία των Σλαβομακεδόνων  δεν αποδέχεται ότι είναι μία από τις εθνότητες που κατοικούν στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή. Το ιδεολόγημα του “διαμελισμένου μακεδονικού έθνους” θα ενισχυθεί, αν από την άλλη πλευρά- στις συνομιλίες που πρόκειται να γίνουν με την Ελλάδα-επικρατήσει πάλι η αντίστοιχη στάση των εθνικιστών της Ελληνικής επικράτειας: οι «ξυπόλυτοι γυφτοσκοπιανοί» δεν έχουν κανένα δικαίωμα στη Μακεδονία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αν και αυτό που οι Σκοπιανοί ονομάζουν ως κράτος «Μακεδονία»-παρότι καλύπτει περίπου το ένα τρίτο της γεωγραφικής Μακεδονίας- αμφισβητείται αν βρίσκεται στη ζώνη της αρχαίας Μακεδονίας, η οποία δεν είχε ποτέ σταθερά σύνορα.
Από την πλευρά της ελληνικής εξουσιαστικής ελίτ υπήρξε μια λανθασμένη αντίδραση το 1990-91, λόγω εσωτερικής πολιτικής και ανταγωνισμού των τότε κομμάτων. Ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Αντώνης Σαμαράς πλειοδότησαν στον εθνικισμό-και όχι στον καλώς εννοούμενο πατριωτισμό-αποσκοπώντας στις ψήφους του ελληνικού λαού στη βάση της απειλής της ελληνικής ταυτότητας από την επανέναρξη των αλυτρωτισμών, μετά το τέλος των βαλκανικών «κομμουνισμών» και σε μια εποχή κρίσης ταυτοτήτων. Ο ελληνικός εθνικισμός αντιστεκόταν στην ονομασία της Μακεδονίας με δύο βασικές κατηγορίες επιχειρημάτων: Η πρώτη κατηγορία είχε να κάνει με την απειλή εναντίον της ελληνικής Μακεδονίας, λόγω των διεκδικήσεων της σλαβομακεδονικής πλευράς, ενώ η δεύτερη ήταν τα ιστορικά επιχειρήματα για την ελληνικότητα του ονόματος Μακεδονία. Πρόβαλε όμως πρακτικά μόνο την ιστορική πλευρά του ζητήματος, αφού τότε το «ξυπόλυτο» συνονθύλευμα των Σλάβων, Αλβανών, Τσιγγάνων, Τούρκων κ.λπ των Σκοπίων δεν αποτελούσε κίνδυνο για την «κραταιά» Ελλάδα. Δεν ήθελαν καμιά συζήτηση για το γεγονός ότι μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας η FYROM συστάθηκε ως κράτος με τη συνταγματική ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» που καταλαμβάνει μέρος της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας.
Ακόμα και εάν οι Σλαβομακεδόνες δήλωναν τότε πως δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους Μακεδόνες(ένας από αυτούς το δήλωσε, ήταν ο Κίρο Γριγκόροφ, αλλά ήταν στη δύση του, γιατί μετά ανέλαβαν άλλοι) το πρόβλημα δεν θα λυνόταν. Με τον τρόπο που χειρίσθηκαν το ζήτημα οι Έλληνες κρατούντες[5], επέτρεψαν στους Αμερικανούς- Ευρωπαίους να θεωρήσουν το Μακεδονικό σαν μία «διαμάχη για την ιστορία χωρίς πρακτικό περιεχόμενο». Αυτό τους βόλευε βέβαια πολύ για να αποφύγουν την γεωπολιτική ουσία του προβλήματος, θεωρώντας ότι η ελληνική απαίτηση για αλλαγή του ονόματος ήταν υπερβολική και ανεδαφική.
Προφανώς και τα Σκόπια είναι αδύναμα να επιβάλουν έμπρακτα τον αλυτρωτισμό τους. Εξάλλου τα αλβανικά κόμματα, που στηρίζουν και συμμετέχουν σήμερα στην κυβέρνηση Ζάεφ δεν ενδιαφέρονται και πολύ για το όνομα “Μακεδονία”. Οι Αλβανοί της FYROM[6] έχουν εθνική ταυτότητα και είναι μάλλον υπέρ γεωγραφικού και όχι εθνικού προσδιορισμού, όπως είναι οι Σλαβομακεδόνες. Η δική τους προτεραιότητα είναι η ένταξη στο ΝΑΤΟ και η έναρξη της ενταξιακής πορείας προς την ΕΕ και για αυτό επιδιώκουν τη συμφωνία και της Ελλάδας στο όνομα, ώστε να μη βάζει βέτο σε αυτή την πορεία. Τα αλβανικά κόμματα χρησιμοποιούνται μάλιστα σαν μοχλός πίεσης προς τον Ζάεφ από τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους. Δεν υπάρχει ουσιαστικός κίνδυνος από τον αλυτρωτισμό της FYROM-εκτός και αν χρησιμοποιηθεί αυτός ο αλυτρωτισμός από κάποια διεθνή μεγάλη δύναμη ή το ΝΑΤΟ για τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή των Βαλκανίων. Έτσι όμως όπως εκφράζεται - με ξεκάθαρη αναφορά στο Σύνταγμά τους, στα σχολικά βιβλία και στην επίσημη ιστορία τους- είναι σε θέση να δηλητηριάζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπινων κοινοτήτων και των δύο πλευρών, σε μια περίοδο ευρύτερης γεωπολιτικής ρευστότητας, οικονομικής κρίσης και πολεμικών ιαχών.
Πως θα πρέπει να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα μελλοντικά από την ελληνική κοινωνία και κυρίως από τους πληθυσμούς της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας; 
Αυτό θα εξαρτηθεί φυσικά από τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Επειδή από την ιστοσελίδα μας προτείνουμε την προώθηση μιας ομοσπονδιακής κοινοπολιτείας στη βάση της συμβουλιακής άμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια των δήμων και περιφερειών της ελληνικής επικράτειας[7], δεν μπορεί παρά να προτείνουμε το ίδιο και για την ΠΓΔΜ, ενόσω θα υπάρχουν σύνορα. Με βάση τα όσα αναφέρουμε στην υποσημείωση για τις βιοπεριφέρειες, θα μπορούσε η ΠΓΔΜ να οργανώσει την αντίστοιχη ομοσπονδιακή κοινοπολιτεία της με βάση τις τρεις διαφορετικές βιοπεριφέρειές της. Και με αυτή την μορφή να ενταχθεί σε μια Ευρώπη των περιφερειών. Γιατί μια τέτοια κατεύθυνση προτείνουμε να προωθηθεί και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε απορρίπτοντας την σημερινή Ευρώπη των Κρατών -Τραπεζιτών να καταλήξουμε στην δημοκρατική Ευρώπη των ομοσπονδιοποιημένων βιοπεριφερειών[8].


[1]Στις 8/9/ 1991 έχουμε διακήρυξη της ανεξαρτησίας των Σκοπίων με την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Εδώ και είκοσι επτά  περίπου χρόνια κρατάει η αντιπαράθεση μεταξύ Αθήνας-Σκοπίων για το όνομα της ΠΓΔΜ. Στις 6/8/1992: Αναγνώριση της χώρας από τη Ρωσία με το συνταγματικό της όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Στις 7/4/1993 υπήρξε αναγνώριση της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ)- Former Yugoslav Republic of Macedonia (FYROM) από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Στις 12/10/1993 έχουμε αναγνώριση της χώρας από την Κίνα με το συνταγματικό της όνομα. Στις 9/2/1994 υπήρξε αναγνώριση της ΠΓΔΜ από τις ΗΠΑ (ενώ στις 4/11/2004 αναγνώριση από τις ΗΠΑ με το συνταγματικό της όνομα). Σήμερα περισσότερες από 130 χώρες (133 σύμφωνα με τα Σκόπια), έχουν συνάψει διπλωματικές σχέσεις με την πΓΔΜ χρησιμοποιώντας το όνομα "Δημοκρατία της Μακεδονίας".

[2]Ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας τότε μοιράσθηκε μεταξύ Σερβίας, Βουλγαρίας και Ελλάδας. Η Ελλάδα βέβαια πήρε το μεγαλύτερο κομμάτι του εδάφους της, αλλά η εγκατάσταση μεγάλου αριθμού Ελλήνων από τη Μικρά Ασία μετά το 1923 ελληνοποίησε σχεδόν παντού τους κατοίκους στο ελληνικό κομμάτι της Μακεδονίας. Έτσι η οποιαδήποτε πολιτική για αυτοδιάθεση των εναπομεινάντων μειονοτήτων δεν είχε νόημα.

[3] Πιθανά και για να μην υπάρξει διεκδίκηση από τη μεριά της Βουλγαρίας, η οποία θα είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει με το επιχείρημα ότι οι κάτοικοι της σερβικής Μακεδονίας ήταν περισσότερο «Βούλγαροι» παρά «Μακεδόνες»- λόγω π.χ. γλώσσας και ονομάτων/επιθέτων- αλλά ο βουλγαρικός εθνικισμός ήταν αποδυναμωμένος τότε αφού ηττήθηκε σε δύο παγκόσμιους πολέμους όντας σύμμαχος της Γερμανίας. Αν είχε συμπαραταχθεί με τις νικήτριες δυνάμεις, πιθανά η περιοχή των Σκοπίων να ανήκε σήμερα στη Βουλγαρία.

[4] Η έννοια της βιοπεριφέρειας: Πρόκειται για μια οικολογική και γεωγραφική ταυτόχρονα περιοχή, που αποτελεί ένα χώρο με κοινές φυσικές και γεωγραφικές συνθήκες, αρκετό για να εξασφαλίζει τους κύκλους της ζωής και των θρεπτικών φυσικών στοιχείων και υλικών, καθώς και την ενσωμάτωση των αποβλήτων, αλλά και κοινές ιστορικές καταβολές και ηθικές αξίες των ανθρώπινων κοινοτήτων της, που της δίνουν μια ταυτότητα. Ένα βασικό κριτήριο για τον γεωγραφικό προσδιορισμό μιας βιοπεριφέρειας είναι οι λεκάνες απορροής των υδάτων, γιατί ο κύκλος του νερού είναι και ο πιο ζωτικός κύκλος για κάθε μορφή ζωής σε μια περιοχή. Έτσι για τη FYROM έχουμε:  Η κύρια υδάτινη ροή της χώρας είναι ο Αξιός (Βαρδάρης) ποταμός που τη διασχίζει για 301 χιλιόμετρα, προτού περάσει τα σύνορα με την Ελλάδα στο νότο και καταλήξει στο Αιγαίο κοντά στη Θεσσαλονίκη. Η λεκάνη του Αξιού περιλαμβάνει 80% της επιφάνειας της χώρας. Έχουμε και δύο άλλες μεγάλες υδάτινες ροές, το Μαύρο Δρίνο, που πηγάζει από την Οχρίδα, οδεύει προς βορρά, περνά στην Αλβανία, όπου συμβάλει με τον Λευκό Δρίνο και εκβάλλει στην Αδριατική, και το Στρωμνιτσιώτη, που συμβάλλει στο Στρυμώνα στη Βουλγαρία. Υπάρχουν βέβαια τρεις μεγάλες λίμνες — η Αχρίδα (Οχρίδα) και η Μεγάλη Πρέσπα που έχουν να κάνουν με τη λεκάνη του μαύρου Δρίνου  και η Δοϊράνη στα νοτιοανατολικά. Η Πρέσπα και η Δοϊράνη διχοτομούνται από τα σύνορα της Αλβανίας και της Ελλάδας. Θα μπορούσαμε λοιπόν να μιλήσουμε για τρεις βιοπεριφέρειες της FYROM, που όμως μέρος τους ανήκουν στην Αλβανία, Ελλάδα και Βουλγαρία-διακόπτονται από σύνορα. Τα οικοσυστήματα όμως δεν διαχωρίζονται με σύνορα και οι ανθρώπινες κοινότητες σε αυτές δεν θα έπρεπε, επίσης.

[5] Όχι μόνο η τότε κυβέρνηση και ο υπουργός των εξωτερικών Σαμαράς, αλλά και μεγάλα τμήματα των Ελλήνων ψηφοφόρων, καθοδηγούμενα από τα αντίστοιχα κόμματα, κατέβαιναν σε διαδηλώσεις για τον σφετερισμό του ονόματος Μακεδονία.

[6]Οι Αλβανοί αποτελούν μια σημαντική μειονότητα, περίπου 25% του πληθυσμού της χώρας και οι δημιουργούμενες εντάσεις με τη «Μακεδονική πλειοψηφία» φτάνουν συχνά και σε ένοπλες συγκρούσεις. Σε αυτό παίζουν ρόλο και οι Αλβανοί εθνικιστές που επιδιώκουν τη δημιουργία της «Μεγάλης Αλβανίας».

[7] Βλέπε αναλυτικό κείμενό μας στο http://www.topikopoiisi.eu/theta941sigmaepsiloniotasigmaf/6877678 .
Στη Θράκη για παράδειγμα, παίζονται πολλά από τη μεριά και των δύο κρατών, Ελλάδας-Τουρκίας. Για να μη μας επιβάλλουν την ατζέντα τους, τόσο οι φασίστες και των δύο πλευρών, όσο και το πανίσχυρο τουρκικό προξενείο (ελέγχει τη μουφτεία, την τοπική τράπεζα, το φτηνεμπόριο, τα τοπικά κανάλια και τοπικό τύπο, ακόμα και το φόρεμα της μαντήλας κ.λπ), θα πρέπει να προωθήσουμε και για την περιοχή-ιδιαίτερα για αυτήν-την άποψη της Δημοκρατικής Αυτονομίας και της συμβουλιακής άμεσης δημοκρατίας, για να μπορούν να αντιμετωπισθούν ειλικρινά και ισότιμα όλες οι κατηγορίες πολιτών της περιοχής. Θα χρειασθεί να δημιουργηθούν Συμβούλια εθνοτήτων και θρησκευτικών δοξασιών, ενόσω θα υπάρχουν αυτές οι διαφορές που δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε, ώστε να μην επιβάλλονται οι μεν στους δε.  Τα συμβούλια αυτά λειτουργώντας στα πλαίσια της γενικότερης συμβουλιακής δημοκρατίας της Δημοκρατικής Αυτονομίας, θα βοηθήσουν να περάσουμε και σε αυτόν τον τόπο σε μια κοινωνία ισότητας (φύλων, θρησκευτικών και εθνοτικών μειονοτήτων) και ισοκατανομής των τοπικών πόρων και εξουσιών.

[8]Βλέπε: http://www.topikopoiisi.eu/theta941sigmaepsiloniotasigmaf/7319508

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου